Δεν Κρίνω... / «Πώς είναι δυνατόν να το βουλώσουμε το ρημάδι;»

Ο Γιώργος Λιάγκας θυμώνει με τον φθόνο του Έλληνα απέναντι σε όποιον κάνει επιτυχία

Μα αυτό το πράγμα, βρε παιδάκι μου… Νομίζω είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που είμαστε καλύτεροι στο να κριτικάρουμε απ’ ό,τι να δημιουργούμε και να πράττουμε. Μετάλλιο πρέπει να μας δώσουν σε αυτό, κυρία μου.

Είπαμε, ίδιον της φυλής.

Καφενείο, φραπεδιές και εσχάτως καπουτσίνοι, διακοπές, ωχαδελφισμός, φυγοπονία, γκρίνια και μόνιμη κριτική.

Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό; Αν όχι, για κοιταχτείτε λίγο καλύτερα στον καθρέφτη.

Εδώ, κυρία μου, έχουμε φτάσει στο σημείο να δίνουμε σε αυτή την χώρα περισσότερη σημασία στους τηλεκριτικούς απ’ ό,τι στους τηλεαστέρες, στους κριτικούς θεάτρου απ’ ό,τι στους ίδιους τους ηθοποιούς και στους πολίτικους αναλυτές απ’ ό,τι στους ίδιους τους πολιτικούς.

Αλλά έτσι είναι, αυτό έχουμε μάθει και αυτό θεωρούμε δεδομένο. Πού να τρέχουμε να αλλάζουμε τώρα.

Σήμερα, λοιπόν, ξεκινά η προσπάθεια της Εθνικής στην Κίνα. Με πολλές ελπίδες για κατάκτηση μεταλλίου. Να σας θυμίσω σε μια μικρή αναδρομή για να ‘χουμε να λέμε, πως εμείς ήμασταν που πέρυσι κράζαμε τον εθνικό μας Γιάννη – που βέβαια εμείς σαν χώρα του φερθήκαμε άψογα και του προσφέραμε τα πάντα για να πετύχει και δεν μας πείραξε ούτε στιγμή το χρώμα και η προέλευσή του, (λέμε και καμιά μαλακ… για να περνά η ώρα). Τον κράζαμε λοιπόν, που -ενώ όλοι εμείς τον κάναμε αυτό που είναι!!!- αυτός πέρσι επικαλέσθηκε τραυματισμό, για να μην παίξει με την Εθνική στο Ευρωπαϊκό.

Και φέτος λοιπόν, που το παιδί ήρθε, εμείς η άσσοι του κραξίματος και της κριτικής, ξεκινήσαμε την γκρίνια, ότι δεν ήρθε επειδή αγαπάει την Ελλάδα, αλλά επειδή κάνει μπίζνες με τη Nike και θέλει να προμοτάρει το καινούριο του παπούτσι.

Μα ακόμα και έτσι να είναι, βρε ηλίθιε Συνέλληνα, έχεις εσύ την αίσθηση ότι σε αυτό το επίπεδο, υπάρχει αθλητής παγκοσμίως, που ό,τι κάνει το κάνει για την ψυχούλα της μανούλας του;

Και στο τέλος τέλος, πού το κακό δηλαδή και να συμμετάσχει αλλά και να κονομήσει το παιδί;  Το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Δηλαδή αν ήσουν εσύ και σε «χρύσωνε» η οποιαδήποτε εταιρεία, θα ‘λεγες «όχι, ευχαριστώ, δε θα πάρω γιατί με προσβάλλουν τα λεφτά σας»;

Και άντε να το καταπιούμε όλο αυτό. Αμ, η κριτική που άρχισε από τα φιλικά; «Δεν είμαστε ομάδα», «παίζουμε μόνο για να δίνουμε πάσες στον Αντετονκούμπο», «γιατί πήρε και τον μικρο του αδελφό στην προετοιμασία αφού δεν το αξίζει», «ο προπονητής είναι για τα μπάζα» και άλλα τέτοια απολύτως… ελληνικά.

Και ναι, είναι σαν να σε βλέπω, συμπατριώτη μου. Την έχεις βγάλει έξω τη… μαγκιά και είσαι έτοιμος να κράξεις.

Εγώ πάντως, κυρία μου, πιστεύω ότι κρύβει και λίγο μαζοχισμό όλο αυτό. Είμαι σίγουρος ότι πιο πολύ θέλουμε να αποτύχουμε για να κράξουμε, παρά να πετύχουμε για να πανηγυρίσουμε. Ελληνικά παράδοξα.

Ε ρε έτσι και δεν σηκώσουμε μετάλλιο, τι έχουν να ασκούσουν τα έρμα τα παιδιά. Το μόνο πρόβλημα Συνέλληνά μου, είναι ότι αυτά μετά θα γυρίσουν είτε στο NBA είτε στις ομάδες τους, εξακολουθώντας να παίρνουν τα εκατομμυριάκια τους, και εσύ στη μιζέρια της καθημερινότητάς σου.

Έχεις, λοιπόν, σκεφθεί μήπως όλη αυτή η συμπεριφορά του ξεφωνητού δεν κρύβει τίποτε άλλο από απέραντη ζήλια για τη ζωή του άλλου, που πολύ θα ‘θελες να την ζεις εσύ;

Αλλά ξέχασα, ο άλλος ήταν τυχερός και συ ο άτυχος. Δεν είναι ούτε θέμα ταλέντου , ούτε σκληρής δουλειάς. Απλά όταν ο άλλος έλιωνε σόλες για να βελτιωθεί, εσένα απλά δεν έτυχε κάποιος σκάουτερ να ανακαλύψει το ταλέντο σου και είπες «Ε, δεν παίζω που δεν παίζω, δεν πάω στο καφενείο τώρα να πνίξω τον καημό μου;»

Το ίδιο ακριβώς, κυρία μου, γίνεται και με τον άλλο σπουδαίο αθλητή μας, τον Στέφανο Τσιτσιπά. Το ‘χα γράψει εδώ πέρσι, πως όλη αυτή η φρενίτιδα για ένα άθλημα όχι μαζικό, που είναι μακριά από το μενταλιτέ του Έλληνα, δεν ήταν φυσιολογική.

Όλοι εν μια νυκτί έμαθαν τένις, όλοι γίναν προπονητές και όλοι είχαν άποψη.

Και τώρα; Τώρα που το παιδί αυτό κάνει την μεγάλη «κοιλιά» που αρκετοί -και όχι όλοι βέβαια- αθλητές κάνουν κάποια στιγμή στην καριέρα τους. Τι έχεις να πεις και να δηλώσεις γνώστη-προπονηταρά μου; Είσαι έτοιμος να κράξεις, να απαξιώσεις και να πεις «έλα μωρέ, δεν το άξιζε να ανέβει στο Νο 5. Τυχαίο ήτανε και θα ξεφουσκώσει».

Και το πρόβλημα δεν είναι πως το λες, γιατί μπορεί και να ‘ναι η αλήθεια, κάνεις δεν ξέρει. Το πρόβλημα είναι πως όλο αυτό κρύβει την χαιρεκακία πως αυτός που έφτασε στο Νο 5 δεν ήσουν ούτε εσύ ο ίδιος, ούτε το δικό σου το παιδί.

Είναι σαφές πως αυτό το υπερταλαντούχο παιδί βρίσκεται σε ένα σημαντικό σταυροδρόμι. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι έχει μπουχτίσει να κάνει το ίδιο πράγμα συνέχεια για χρόνια. Και είναι ακόμα πολύ μικρός. Και είναι αλήθεια αυτό, κυρία μου. Το πρόβλημα είναι καθαρά ψυχολογικό και όχι αγωνιστικό.

Αλλά ακόμα και έτσι να είναι, ακόμα και αν ο Στέφανος δεν τα καταφέρει να επανέλθει και να γουστάρει, ρε παιδί μου, να μη συνεχίσει σε αυτούς τους ρυθμούς- ξέρετε, δεν αντέχουν όλοι σε όλα- αυτό το οποίο έχει καταφέρει μέχρι τώρα, δεν αποτελεί από μόνο του ένα θαύμα;

 Φανταζόταν ποτέ κανεις, πώς  Έλληνας  τενίστας θα σκαρφάλωνε εκει πάνω;

Μόνο «μπράβο», «ζήτω» και «ευχαριστώ» χρωστάμε, λοιπόν σε αυτό το παιδί και τίποτα λιγότερο από αυτά.

Αλλά είπαμε, κυρία μου. Πώς είναι δυνατόν να το βουλώσουμε το ρημάδι; Το χούι βγαίνει τελευταίο. Και δυστυχώς είναι αυτό το χούι που έχει καταφάει αυτή την τόσο ταλαντούχα και έξυπνη φυλή.

Αλήθεια, για σκεφθείτε πόσο καλύτεροι θα ήμασταν όλοι εμείς, αν τη φαιά ουσία που καταναλώνουμε για να «θάψουμε» τον δίπλα, την αξιοποιούσαμε για να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας…

Έξυπνο, ε, προφανές και απλό. Έλα όμως που δεν μας βγαίνει στην εφαρμογή του…