Δεν Κρίνω... / Εγώ, ο λαϊκιστής…

Ο Γιώργος Λιάγκας αναρωτιέται αν είμαστε αντιρατσιστές όταν μας συμφέρει

Και ενώ από τη φύση του ο άνθρωπος κυνηγά την επιτυχία και την πρωτιά σε θετικές εκφάνσεις της ζωής του, έρχονται, ρε παιδάκι μου, κάτι διαπιστώσεις και μάλιστα στηριγμένες σε σημαντικές έρευνες και θες να ανοίξει η γη να σε καταπιεί. Είναι γεγονός ότι είμαστε περήφανος λαός. Ή για να ακριβολογούμε, ψωρο-περήφανος και συνήθως και με δανεικά κόλλυβα. Ας μιλήσουμε όμως πιο συγκεκριμένα.

Παράδειγμα νούμερο ένα. Γιάννης Αντετοκούνμπο. Ξαφνικά όλοι οι Έλληνες ανακαλύψαμε το σπουδαίο Ελληνόπουλο που μας κάνει περήφανους στο εξωτερικό, που γι’ αυτόν κυματίζει η γαλανόλευκη στα γήπεδα του ΝΒΑ και ακούγεται το ελληνοπρεπέστατο συρτάκι σαν άλλος Εθνικός μας Ύμνος.

Όλοι δε, σχεδόν είμαστε σίγουροι ότι αυτή εδώ η… φιλόξενη χώρα, έκανε τα πάντα ώστε να πετύχει αυτό το παιδί και άρα αισθανόμαστε, ρε παιδί μου, κομμάτι της επιτυχίας του. Σαν να μας χρωστάει ένα πράγμα. Σαν να είναι υποχρεωμένος να μας δώσει και μερίδιο από τα λεφτά που βγάζει.

Ώπα! Μια στιγμή. Πάμε να το πάρουμε από την αρχή; Ο Γιάννης μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, κυριολεκτικά. Δεν είχε να φάει έχει δηλώσει πολλές φορές σε συνεντεύξεις του. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν βρέθηκαν και πολλοί πρόθυμοι Έλληνες να του προσφέρουν τροφή. Το πιθανότερο ήταν να τον θεωρούσαν και εν δυνάμει κλέφτη της δικής τους, λόγω χρώματος.

Όχι, μην σας σοκάρει. Γιατί μπορεί να τιμωρήθηκε ο Τάκης Τσουκαλάς για τα απαράδεκτα ρατσιστικά «τσιτάτα» του και να αισθανθήκαμε εθνικά υπερήφανοι ως λαός που δεν είμαστε ξενοφοβικοί με τους πετυχημένους. Για σκεφθείτε όμως, πόσοι ακόμα θα λέγανε τα ίδια για τον «αράπη» της γειτονιάς, που τι δουλειά έχει και ήρθε να μολύνει τη χώρα μας, αν ο Γιάννης δεν πετύχαινε αυτά που πέτυχε;

Η υποκρισία, μάλιστα, δεν σταματά εδώ. Ξαφνικά πέρσι που το παιδί δεν έπαιξε στην Εθνική, τον θεωρήσαμε όλοι εμείς οι Ελληναράδες λίγο κάπως σαν προδότη της χώρας του. Της χώρας που δεν έκανε βέβαια απολύτως τίποτα για να φθάσει εδώ που έφτασε. Τα ‘κανε όλα μόνος του και η όποια επιτυχία και η διαχείρισή της είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά τον ίδιο, για να ‘μαστε εξηγημένοι.

Παράδειγμα νούμερο δύο. Στέφανος Τσιτσιπάς. Εδώ δεν αμφισβητείται βέβαια η ελληνικότητα, αλλά είναι πραγματικά παροιμιώδης η ευκολία με την οποία αναγάγαμε ένα άσχετο με το μενταλιτέ του μέσου Έλληνα άθλημα, μέσα σε μια βδομάδα, σε εθνικό σπορ.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, έχουμε και το θράσος να έχουμε γίνει όλοι προπονητές, να έχουμε άποψη -ίδιον του ημιμαθούς Ελληνάρα- και εκεί που μιλάγαμε για το νέο μεγάλο αστέρι του τένις μετά το Open της Αυστραλίας, να τον ξεχνάμε και πάλι μέσα σε δυο βδομάδες μετά τις αποτυχίες του -απόλυτα φυσιολογικές ως ντεφορμάρισμα- σε Σόφια και Ρότερνταμ.

Στις πρωτιές, λοιπόν, όλοι πρώτοι και περήφανοι. Η ομορφότερη χώρα, ο καλύτερος λαός, οι εξυπνότεροι άνθρωποι και άλλα τέτοια γραφικά συμπεράσματα.

Και έρχεται ξαφνικά η έρευνα και μούγκα οι Ελληναράδες. Δεύτεροι λέει σε όλη την Ευρώπη στον λαϊκισμό.

Εδώ αναρωτιέμαι, άραγε δεν έχει πανηγύρια και αναλύσεις; Δε θα μετατρέψουμε την ξεφτίλα σε θρίαμβο με τον μοναδικό τρόπο που μόνο εμείς ξέρουμε;

Και για να μας πονέσει περισσότερο όλο αυτό, φαντάζομαι στοιχειωδώς όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει.

Σημαίνει αμορφωσιά, έλλειψη παιδείας, έλλειψη αισθητικής. Σημαίνει έλλειψη της στοιχειώδους κριτικής ικανότητας να αντιληφθούμε το γνήσιο από το νόθο. Την αλήθεια από την πλάνη. Σημαίνει φόβο. Πολύ φόβο. Γι’ αυτό και η ανάγκη να πιστεύουμε ξανά και ξανά στους ίδιους ψεύτες, λαοπλάνους, αυτόκλητους σωτήρες, που μας κοροϊδεύουν επανειλημμένα κατάμουτρα, γιατί στην ουσία είμαστε ανίκανοι να αναλάβουμε εμείς τα ηνία της ζωής μας στα χέρια μας.

Και για να ‘ξηγούμαστε, άλλο πράγμα το λαϊκό και άλλο το λαϊκίστικο.

Άλλο αυτός που προέρχεται από τον λαό και τον καταλαβαίνει και τον αφουγκράζεται. Και άλλο η κατ’ επίφασιν λαϊκότητα. Άλλο πράγμα ο λαϊκός ηγέτης και άλλο πράγμα αυτός που φορά προσωπείο, συνθηματολογεί, δίνει ψεύτικες υποσχέσεις και κινδυνολογεί ασύστολα για να τρομοκρατήσει και να καταργήσει την οποιαδήποτε άμυνα του ανικάνου να αντιδράσει πολίτη.

Αλλά για να μη βγάζω και την επαγγελματική μου ουρά απ’ έξω, τεράστιες ευθύνες για την κατάντια μας αυτή έχουν τα ΜΜΕ. Και κυρίως η τηλεόραση και εσχάτως τα social media. Εξάλλου καθρέφτης της κοινωνίας είναι, και εν πολλοίς και παραμορφωτικός. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να διαφέρουν;

Στην λογική του «πουλάμε αυτό που ο κόσμος επιλέγει» η φτήνια, η υποκουλτούρα και ο ξεπεσμός έχουν πάρει κυρίαρχη θέση στην μιντιακή ζωή μας.

Όλα για την τηλεθέαση, για την κονόμα και για τα 15 λεπτά δημοσιότητας που μας αναλογούν. Λαϊκιστές παρουσιαστές, να λένε αυτά που ο κόσμος θέλει να ακούσει και όχι την αλήθεια τους. Ψεύτικοι τηλεοπτικοί έρωτες, κυνήγι της τυρόπιτας και εθνικές μονομαχίες σε στίβους εξωτικών νησιών.

Αυτοί είμαστε. Αυτούς επιλέγουμε να ψηφίσουμε, να δούμε, να ακούσουμε, να θαυμάσουμε. Σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε και μεις και τα παιδιά μας. Και αν κάποιες φορές τους βρίζουμε, γίνεται απλά γιατί είναι αυτοί εκεί κι όχι εμείς στη θέση τους.

Ποιος όμως  φταίει, ποιος και πώς μπορεί να τα αλλάξει όλα αυτά;

Ένα άλλο ίδιον της ιδιοσυγκρασίας μας είναι ότι ποτέ δεν φταίμε εμείς. Το δάκτυλο τεντωμένο και πάντα φταίει κάποιος άλλος.

Προτείνω λοιπόν, απλά αύριο το πρωί, εκεί που θα πλένουμε το πρόσωπό μας ή τα δόντια μας, να κοιταχτούμε καλύτερα στον καθρέφτη. Και δεν χρειάζεται να τεντώσουμε καν το δάχτυλό μας. Ίσως -λέω ίσως- και να ανακαλύψουμε εκείνον, τον άλλον, που ευθύνεται…