Μέχρι Κεραίας / «Η γκάφα του καλοκαιριού!»

Η Ντέπυ Γκολεμά ξέμεινε στην Αθήνα και έχει απορίες για τις φωτιές που κατακαίνε τη χώρα και τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις που ρημάζουν

Σαν σήμερα, 13 Αυγούστου το 2004 άρχιζε το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Τότε τρέχαμε περήφανοι γεμίζοντας το Ολυμπιακό στάδιο και αποθεώναμε τους αθλητές….

Τότε είδαμε την έναρξη του Ολυμπιακού ιδεώδους χωρίς να μας περνάει υποψία από το μυαλό ότι λίγα χρόνια μετά θα μπαίναμε στην απόλυτη φτώχεια….. Είχαμε ζήσει το όνειρο που μια φορά συμβαίνει. Και μετά ζήσαμε τον εφιάλτη της καταστροφής. Φταίνε οι Ολυμπιακοί Αγώνες και τα βάρη που σηκώσαμε; Αποκλειστικά όχι, αλλά μια ευθύνη την έχουν… Δείτε τα ολυμπιακά έργα για τα οποία δόθηκαν εκατομμύρια. Ερείπια αφημένα στην τύχη τους, πανάκριβες εγκαταστάσεις που δεν αξιοποιήθηκαν για τίποτα ρημάζουν…

Φωτιές, φωτιές, φωτιές! Όπου και να γυρίσεις το βλέμμα σου καιγόμαστε. Αυτή η μάστιγα του καλοκαιριού. Πέρσι μετά τη συμφορά στο Μάτι δεν μάθαμε τίποτα. Εξακολουθούμε ατομικά να μην υπερασπιζόμαστε το περιβάλλον….. Θα μου πεις, φυσάει. Το ξέρω. Αλλά ό,τι χωράφι είχε ξερόχορτα πέρσι τα ‘χει και φέτος. Τι κάνουν οι κάτοικοι, ο δήμαρχος, οι τοπικές αρχές; Έβλεπα ένα ρεπορτάζ στην ΕΡΤ με ολόκληρες περιοχές κατοικημένες μέσα στα ξερά χόρτα. Ποιου αρμοδιότητα είναι ο καθαρισμός; Ποιος θα κάνει ζώνες πυρόσβεσης στα δάση; Και γιατί όταν καίγονται τόσο πολύ περιοχές δεν υπάρχει ποτέ η βοήθεια του στρατού; Αυτήν την απορία την είχα πάντα…

Είναι τελικά καλό να ξεμείνεις στην Αθήνα τον Αύγουστο; Δεν ξέρω. Φέτος μου κακοφάνηκε. Πολύ…. Μην περιμένετε τηλεοπτικά νέα σήμερα και ως τη Κυριακή. Αρμενίζει το σύμπαν. Και αν κάνεις το λάθος να μιλήσεις με κανένα σού λέει «εδώ είσαι στην Αθήνα; Α, καημένη….». Αυτή είμαι! Μια καημένη που χαιρετιέμαι με έναν άγνωστο κύριο πέντε μπαλκόνια πιο μακρυά. Θα ξέμεινε και αυτός…

Προχθές μάλιστα έκανα και την γκάφα του καλοκαιριού. Απέναντί μου μένει μια γιαγιά, που συνήθως τα μεσημέρια βλέπει κάτι μεταγλωττισμένα που έχουν ξεμείνει σε ένα τοπικό κανάλι. Στη διαπασών γιατί δεν ακούει, έβλεπε ένα βραζιλιάνικο -προφανώς το «Χουανίτα η παρθένα»- και κάποια στιγμή μέσα στη μεσημεριανή ησυχία ακούστηκε δυνατά ένα «βοήθεια βοήθεια!». «Αμάν», λέω, «τη ληστεύουν τη γιαγιά»! Χωρίς δεύτερη σκέψη, πηδάω το φράκτη, ειδοποιώ το 100 ότι μια γιαγιά μοναχή κινδυνεύει και με τα πολλά σπάω και το τζαμί της κουζίνας.

Η γιαγιά με το νυχτικό και τον ανεμιστήρα έβλεπε αμέριμνη τηλεόραση, πίνοντας τη λεμονάδα της, ενώ πέντε καουμπόηδες ασελγούσαν στη Χουανίτα που δεν ήταν πια παρθένα… Να σου και η αστυνομία!!!! Μην τα πολυλογώ, η κυρία Ουράνια, αφού μας τα έψαλλε για τα καλά που έχασε τη συνέχεια του έργου, θέλει να της πληρώσω και τα σπασμένα…. Κατόπιν τούτου, ό,τι φωνή και να ακούσω, μούγκα. Μούγκα καλέ, και ας βιάζονται ό,τι παρθένες έχουν απομείνει…