Δεν Κρίνω... / «Σιγά μην κλάψω… Σνιφ»

Ο Γιώργος Λιάγκας ζητάει «συγγνώμη» που η γνώμη του «κάποιες φορές ενοχλεί»

 

Όχι, κυρία μου. Δε θα βάλω και τα κλάματα… Σνιφ. Μα να θες να αγιάσεις και να μην μπορείς ένα πράγμα. Το ‘χει η μοίρα μου ή το τραβάει ο οργανισμός μου φαίνεται.

Αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ, βέβαια, είναι γιατί να πρέπει να ασχοληθείς  με την γνώμη κάποιου αν αυτός ο κάποιος δεν σε αφορά καθόλου. ‘Η γιατί να αναπαράγεις μια γνώμη αν  και πάλι δεν σε αφορά ούτε αυτή, αλλά κυρίως ο εκφραστής της. Αλλά είπαμε, δε θα κλάψω κιόλας. Σνιφ.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ξεκινάς μια δουλειά με όνειρα. Πολλά όνειρα. Και κυρίως χωρίς να έχεις κάποιον να σου μάθει τα βήματα, να σου δείξει τον δρόμο. Έτσι, γιατί κάπως περίεργα τα έφερε η ζωή. Σπουδάζεις στο Πολυτεχνείο, παίζεις πιάνο σε ένα πιάνο μπαρ για να βγάζεις το χαρτζιλίκι σου για να μην επιβαρύνεις τον πατέρα σου και μια τυχαία γνωριμία σού αλλάζει τη ζωή και σου «καρφώνει» μια ιδέα στο μυαλό που ούτε καν είχες ποτέ φανταστεί.

Και το δοκιμάζεις. Και μαγεύεσαι. Και, κόντρα σε όλους όσοι λένε ότι δεν κάνεις, ότι θα αποτύχεις, ότι θα καταστραφείς, αποφασίζεις να ρισκάρεις και να δοκιμάσεις. Αλλά είπαμε, κυρία μου.  Κι αν δακρύσαμε κι αν είχαμε και δύσκολες στιγμές, τα κλάματα δεν τα βάλαμε ποτέ. Σνιφ.

Και ακολουθείς, λοιπόν, το όνειρό σου, αλλά παραμένεις φοβισμένος. Δε λες αυτά που θες να πεις γιατί δεν πρέπει και γιατί θα ενοχλήσεις. Λες αυτά που πρέπει, αυτά που σου επιβάλλει η αυτολογοκρισία, για το τι επιτρέπεται και τι όχι. Και έτσι συνεχίζεις, ανεβαίνεις, κατεβαίνεις, επιτυγχάνεις, αποτυγχάνεις, και χτίζεις τη ζωή και την καριέρα σου. Ακόμα και τότε όμως είσαι σε μια ιδιότυπη «φυλακή». Αυτή που οι άλλοι ορίζουν για σένα, γιατί οι άνθρωποι ακόμα και αν το πιστεύουμε δεν γεννηθήκαμε ελεύθεροι. Ή για να το απαλύνω δεν γεννηθήκαμε  στην ίδια αφετηρία.

Και παρότι ο αστικός δυτικός πολιτισμός μας, θέλει να πιστέψουμε στο american dream των ίσων ευκαιριών, στην πραγματικότητα τις καλές ευκαιρίες κάποιοι τις καπαρώνουν από την κοιλιά της μάνας τους και τις άλλες, σαφώς λιγότερες, τις κυνηγάμε όλοι οι υπόλοιποι.

Ακόμα και έτσι να ‘ναι πάντως, η αέναη μάχη του ανθρώπου να σπάσει τα δεσμά του, να ξεπεράσει τα όρια που οι άλλοι του επιβάλουν, είναι θεμιτή και είναι η μόνη που εξασφαλίζει την πρόοδο.

Για σκεφθείτε τις  επαναστάσεις που όλοι κάναμε στα μικράτα μας, κόντρα σε αυτά που οι γονείς μας ή οι δάσκαλοι, ή οι κοινωνικοί κανόνες μας είχαν επιβάλει. Αν δεν κάναμε όλα αυτά, πόσα απο αυτά που έχουμε καταφέρει θα είχαμε κάνει στη ζωή μας; Άσχετα αν κλάψαμε ή δεν κλάψαμε γι’ αυτά. Σνιφ.

Και πάμε τώρα στο δια ταύτα. Έρχεται κάποια στιγμή, κυρία μου, που αισθάνεσαι μια δύναμη και που κάνεις την επανάστασή  σου. «Θα μιλάω παραπάνω απ’ ό,τι οι άλλοι μου ορίζουν». «Θα λέω τη γνώμη μου ακόμα κι αν είναι ακριβώς αντίθετη από του αφεντικού μου». «Θα αμφισβητώ τη γνώμη των μεγαλύτερων γιατί μικρό με μάθαν ότι οι μεγαλύτεροι έχουν πάντα δίκιο». «Θα τολμήσω να φωνάξω και ‘γω στον άντρα μου αν μου φωνάξει κι αυτός μέσα στο σπίτι».

Θα τολμήσω, λοιπόν. Με όλα τα ρίσκα και τους κινδύνους. Της απόρριψης, της αποτυχίας, της απόλυσης, του διαζυγίου, της φτώχειας. Με ένα και μόνο κέρδος όμως, κυρία μου. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την απόλυτη ελευθερία. Γιατί μόνο οι άνθρωποι που έχουν το θάρρος της γνώμης τους, κυρία μου, είναι πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι.

Μιας γνώμης όμως διατυπωμένης  με ευπρέπεια, χωρίς στοχοποίηση, χωρίς προκατάληψη, χωρίς εμμονή, χωρίς κακία και κυρίως ειπωμένη με ευγένεια.

Τώρα που είπα «ευγένεια», κύλισε ένα μικρο δάκρυ στ’ αλήθεια. Σνιφ.

Και όταν γίνει αυτό, κυρία μου, υπάρχει ακόμα ένας κίνδυνος. Όχι να αντικρούσουν την άποψή σου. Αυτό είναι θεμιτό. Η διαφωνία είναι χαρά, είναι γιορτή, είναι σύνθεση, είναι δημοκρατία.

Ο κίνδυνος είναι να  βγάλουν άχρηστη τη γνώμη σου, όχι γιατί κατ’ ανάγκην δεν είναι σωστή και τεκμηριωμένη, αλλά γιατί την διατύπωσες εσύ. Ποιος εσύ; Ο χοντρός, ο ομοφυλόφιλος. ο ανάπηρος, ο φτωχός, ο μετανάστης, ο άρρωστος, ο διαφορετικός.

Να φοβάσαι, κυρία μου, αυτούς που δεν έχουν δική τους γνώμη και όχι αυτούς που έχουν, και ας είναι και λανθασμένη.

Ναι κυρία μου, σου απολογούμαι και σου ζητώ συγγνώμη που έχω άποψη. Όχι, προφανώς και δεν είναι πάντα σωστή ούτε καν γνωρίζω το ποσοστό της ορθότητας των απόψεών μου. Εξάλλου όλοι κρινόμαστε, όχι τόσο από τους άλλους, αλλά από τη διάρκειά μας.

Ζητώ συγγνώμη που αυτή η γνώμη κάποιες φορές ενοχλεί. Δεν ζήτησα πότε να την επιβάλλω ούτε καν ζήτησα να αναπαραχθεί. Επίσης ποτέ μα ποτέ δεν ήταν γνώμη εμμονική με πρόσωπα και καταστάσεις.

Γι’ αυτό και στην πορεία της ζωής μπορείς και να ‘χεις αλλάξει και απόψεις. Μόνο οι ηλίθιοι δεν αλλάζουν είχε πει ο Μοντεσκιέ και είχε μεγάλο δίκιο.

Τέλος σου ζήτω ένα μεγάλο συγγνώμη, κυρία μου, που ενώ είμαι χοντρός, παχουλός, ευτραφής, κιμπάρης ή ό,τι άλλο επίθετο θέλεις βάλε, τολμώ να ‘χω και άποψη.

Γιατί εσχάτως είδα κάπου πως μια άποψη ενος χοντρού, σωστή ή λανθασμένη, αντικρούστηκε με το αδιάσειστο επιχείρημα του πάχους του.

Γιατί αν, κυρία μου, αντιληφθώ ότι η  όποια άποψη του καθενός, θα κρίνεται όχι ως προς την ορθότητά της, αλλά από σωματικά, φυλετικά ή οποιαδήποτε άλλα χαρακτηριστικά αυτού που την διατυπώνει, τότε κυρια μου, να ξυρίσω  μαλλιά, να χτυπήσω ένα αγκυλωτό τατού και να σε χαιρετίσω και με το χέρι προς τα πάνω.

Α! Και κάτι ακόμα. Τότε είναι που πραγματικά θα στεναχωρηθώ και ίσως ξεσπάσω και σε κλάματα. Σνιφ και πάλι ξανα-σνιφ.