Ο Γιώργος Λιάγκας

Δεν Κρίνω... / «Η τηλεόραση είναι ένας σκουπιδοτενεκές της κοινωνίας με ό,τι πιο ευτελές και εύπεπτο»

Ο Γιώργος Λιάγκας αναρωτιέται ποιος έχει τελικά την ευθύνη για το χαμηλό επίπεδο της ελληνικής τηλεόρασης

Πριν από δυο χρόνια με είχε καλέσει στο σπίτι του για φαγητό ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της ελληνικής τηλεόρασης. Δεν είχαμε μιλήσει πολύ για το κοινό μας αντικείμενο -από διαφορετική σκοπιά ο καθένας βέβαια- γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να γνωρίσεις τα άλλα στοιχεία της προσωπικότητας του συνδαιτυμόνα σου, τα πιο προσωπικά, που καθιστούν τους ανθρώπους πολύ πιο ενδιαφέροντες.

Μεταξύ τύρου και αχλαδίου, αστείων και περίεργων ιστοριών και διηγήσεων, η μόνη αναφορά από μεριάς του στην τηλεόραση ήταν πως όλοι οι άνθρωποι που έχουμε μια μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη του αποφασίζειν, είμαστε λίγο ως πολύ ανάλογα με τη θέση μας, συνυπεύθυνοι για το μορφωτικό επίπεδο των επιλόγων μας και άρα για το μορφωτικό επίπεδο των τηλεθεατών που επιθυμούμε να μας βλέπουν και ως εκ τούτου και της κοινωνίας μας. (Αφού παρά τα όσα κάποιοι πιστεύουν για το παρόν ή για το άμεσο μέλλον, η τηλεόραση αδιαμφισβήτητα κατέχει τον κυρίαρχο και ηγεμονικό ρόλο επηρεασμού της κοινής γνώμης).

Ο ίδιος, μορφωμένος και πετυχημένος άνθρωπος. Με εντυπωσίασε η άποψή του. Κοίτα να δεις, είπα από μέσα μου, που τελικά η τηλεόραση δεν είναι μόνο κέρδος, δύναμη και ματαιοδοξία. Υπάρχουν και ρομαντικοί άνθρωποι. Άνθρωποι με όραμα, με συναίσθηση της ευθύνης, που αντιλαμβάνονται πλήρως το μέγεθος της εξουσίας τους και άρα το ηθικό χρέος τους, απέναντι κυρίως στις επερχόμενες γενιές, τους νέους ανθρώπους που μοιραία γαλουχούνται μέσα από τις επιλογές τους.

Διευθυντές προγράμματος, διευθυντές ειδήσεων, αρχισυντάκτες, παραγωγοί, σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, μεγαλοπαρουσιαστές, stars, ηθοποιοί και καναλάρχες. Λίγες δεκάδες άνθρωποι είναι αυτοί. Μη νομίζετε ότι είναι περισσότεροι. Και όλοι αυτοί μαζί σχηματίζουν το δικό τους «ανοικτό πανεπιστήμιο», που ο καθένας μπορεί ελεύθερα να περάσει, να κάτσει, να παρακολουθήσει, να φύγει άμα θέλει.

Όσο μάγκας και υποψιασμένος και να είναι αυτός ο κάποιος όμως, δεν μπορεί να μην επηρεαστεί από τη συνολική αθροιστική δύναμη όλων όσοι προανέφερα. Είναι μια άνιση μάχη. Ένας σικέ αγώνας χαμένος από τα αποδυτήρια.

Και πάμε τώρα στην ουσία. Πάμε να δούμε τι ακριβώς έχει να μας προτείνει αυτό το «ανοικτό πανεπιστήμιο». Ποιοι είναι οι «καθηγητές» και άρα και τα πρότυπα για όλους του ανυποψίαστους «μαθητές», που πατώντας απλά ένα κουμπάκι μπαίνουν καθημερινά και επί ώρες στην «αίθουσα διδασκαλίας»;

Πόσο σωστά επιλεγμένοι είναι όλοι αυτοί οι «διδάσκοντες» και αλήθεια, πού ακριβως  «διδαχτήκαν» αυτοί για να «διδάξουν» με τη σειρά τους και όλους τους υπόλοιπους;

Αμορφωσιά. Πολλή αμορφωσιά στην τηλεόραση. Κακά έως ανύπαρκτα Ελληνικά. Φτωχό λεξιλόγιο. Ρηχές συζητήσεις, επιφανειακές προσεγγίσεις.

Όχι δεν μπορεί αυτοί να είναι η νέα μας γενιά.  Και δεν είναι. Τα νέα παιδιά είναι πολύ πιο μορφωμένα, έξυπνα, διαβασμένα και καταρτισμένα από μας.  Απλά αυτά τα νέα παιδιά, το υγιές κομμάτι, δε γουστάρει να γίνει μέρος του τηλεορασόκοσμου.

Και έτσι μοιραία έχουν γεμίσει οι δέκτες μας με το κακό κομμάτι της κοινωνίας μας. Αυτό που θέλει την επιτυχία χωρίς κόπο, το κέρδος χωρίς προσπάθεια και την δόξα με κάθε τίμημα.

Έχει μπει στις οθόνες μας ο κάθε ατάλαντος και αμόρφωτος παίχτης ενός ριάλιτι, που με διαβατήριο έξι κοιλιακούς, ή ένα ωραίο μπούστο, νομίζει πως δικαιούται να είναι ο «καθηγητής», το «πρότυπο» που λέγαμε νωρίτερα, γιατί απλά δεν αναλογίζεται τη δική του ευθύνη.

Και αν σε όλους αυτούς προσθέσεις και τους παλαιάς κοπής ξεπερασμένους, ημιμαθείς, εξυπνάκηδες παρουσιαστές-κομπέρ της «διπλανής πόρτας», έρχεται και ολοκληρώνεται ο καμβάς της παρακμής.

Και το δυστύχημα είναι πως αντί αυτό να καλυτερεύει χρόνο με το χρόνο, γίνεται όλο και χειρότερο.  Η οικονομική κρίση και η ανέχεια άφησε δυστυχώς ανεξίτηλα τα σημάδια της και σε αυτό το κομμάτι. Έκπτωση αξιών οικονομικών, έκπτωση αξιών αισθητικής και πνεύματος.

Και τι προτείνεις ρε μεγάλε, θα μου πείτε με το δίκιο σας; Σχολές τηλεόρασης και ανάλογες εξετάσεις στο πέρας των σπουδών, για να δούμε αν ο καθένας μπορεί και δικαιούται να έχει το δικό του κομμάτι στον μαγικό κόσμο της μικρής οθόνης; Ή μήπως καλύτερα κάτι σαν «αστυνομία της τηλεόρασης»; Και πόσο φασιστικό ή  ρατσιστικό είναι όλο αυτό; Δηλαδή ποιος θα ‘ναι αυτός που θα ελέγχει τους πάντες και που θα δίνει το πράσινο φως;

Η τηλεόραση είναι ένα δημοκρατικό μέσο. Μήπως ξαναμπούμε έτσι σε άλλα, επικίνδυνα μονοπάτια λογοκρισίας και μονοπωλίων μιας μικρής εκλεκτής ελίτ;

Όχι, δεν το προχωράω τόσο πολύ. Η λύση είναι απλή και έχει να κάνει με αυτό που ελέχθη σ’ εκείνο το δείπνο που σας περιέγραψα στην αρχή.

Εμείς οι άνθρωποι της τηλεόρασης, όταν βρούμε τα σκούρα, έχουμε έτοιμο το ποιηματάκι:«Μα δεν φταίμε εμείς για το πρόγραμμα… Αφού πουλάει, τι να κάνουμε; Αυτά θέλει ο κόσμος. Αυτά του δίνουμε. Δεν είμαστε ο φιλολογικός σύλλογος «Παρνασσός». Ιδιωτική επιχείρηση είμαστε, με έξοδα και εργαζόμενους. Έχουμε ανάγκη από υψηλές τηλεθεάσεις και από διαφήμιση για να τους πληρώσουμε…»

Και θα μου πείτε είναι ψέμματα όλα αυτά; Και βέβαια όχι και βέβαια έχει ευθύνη ο τηλεθεατής για τις επιλογές του. Είναι η ίδια ευθύνη όμως που έχεις όταν το ανηλικο παιδί σου ζητάει να τρώει γλυκά κάθε μέρα και εσύ του τα δίνεις για να το ικανοποιήσεις, παρότι πολύ καλά γνωρίζεις ότι κάνεις κακό στην υγεία του.

Κακά τα ψέματα. Η τηλεόραση σ ένα μεγάλο της  κομμάτι είναι ένα μεγάλο σκουπιδαριό. Ένας σκουπιδοτενεκές της κοινωνίας με ό,τι πιο ευτελές και εύπεπτο. Διαμάντια σαφώς υπάρχουν. Και αρκετά. Αλλά είναι σαν να λάμπουν για να φωνάξουν απλά: «Τι ρόλο βαράμε τώρα εμείς εδώ μέσα;».

Ας αναλογιστούμε λοιπόν όλοι την ευθύνη μας. Ας σκεφτούμε ποια ήταν η τελευταία φορά που όλοι κάναμε, είπαμε ή επιλέξαμε κάτι ή κάποιον μόνο και μόνο για τα νούμερα. Και ας μας φωτίσει ο Θεός οι επόμενες επιλογές μας να χουν μέσα το στοιχείο της ευθύνης απέναντι σε όλες αυτές τις εκατοντάδες χιλιάδες των συμπολιτών μας, που περιμένουν να ενημερωθούν ή έστω να ψυχαγωγηθούν από όλους εμάς, απαιτώντας επίπεδο, μόρφωση, και υψηλά ποιοτικά στάνταρ.