Ο Γιώργος Λιάγκας

Δεν Κρίνω... / Οι Πολάκηδες της showbiz

Μαθήματα δημοσιότητας από έναν «παλιό»

Λοιπόν, τη δουλειά αυτή την κάνω χρόνια. Μάλλον δεν την επέλεξα, με επέλεξε. Τώρα, αν έκανε καλά, θα φανεί στο χειροκρότημα- που λέει και η Πρωτοψάλτη- όταν έλθει η ώρα του.

Ποτέ δεν είχα φανταστεί τον εαυτό μου δημοσιογράφο όταν πέρασα στους μηχανολόγους του Μετσόβειου Πολυτεχνείου ή όταν έπαιζα πιάνο στο «Πλατό», ένα πιάνο μπαρ στα Εξάρχεια, για να βγάζω το χαρτζιλίκι μου σαν φοιτητής, αφού από μικρός ήθελα να είμαι ανεξάρτητος και να μην επιβαρύνω τον κυρ-Γιάννη, τον πατέρα μου.

Εκεί έμελλε να γνωρίσω τον άνθρωπο που άλλαξε το επαγγελματικό μου μέλλον, πιθανόν και τη ζωή μου. Τον σκηνοθέτη Κώστα Καραγιάννη. «Έχεις χάρισμα επικοινωνίας, μικρέ», μου είπε πίσω από το παχύ του μουστάκι όταν πρωτομιλήσαμε ένα βράδυ. «Έλα μια μέρα από το γραφείο μου να μιλήσουμε».

Όλα τα άλλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ένα ανεπιτυχές πέρασμα από μια ταινία- ναι υπάρχει ακόμα και γι’ αυτό δεν πρόκειται να σας πω ποτέ πια είναι. Άφησα λοιπόν την Τέχνη στην ησυχία της και έκανα τα πρώτα βήματα στη δημοσιογραφία.

Με ένα μικρό κασετοφωνάκι, με διαβατήριο τη γνωριμία μου με τον Κώστα και ξαφνικά οι πόρτες άνοιξαν και βρέθηκα απέναντι από όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής. Ιερά τέρατα. Βουγιουκλάκη, Παπαμιχαήλ, Βλαχοπούλου… Μαγεύτηκα! Οι άνθρωποι που θαύμαζα, που έβλεπα στις ταινίες, οι μεγάλοι σταρ με τους οποίους μεγάλωσα, τώρα στέκονταν απέναντί μου και ήταν διατεθειμένοι να απαντήσουν σε όλες μου τις απορίες. Αυτή τη δουλειά ήθελα να κάνω, λοιπόν. Δημοσιογράφος.

Όταν το ‘πα στον πατέρα μου, σχεδόν έπαθε εγκεφαλικό. Μου ‘χε εμπιστοσύνη, όμως, όπως πρέπει να κάνουν οι γονείς που είναι σίγουροι πως έχουν δώσει αρχές στα παιδιά τους. «Μου φέρνεις το πτυχίο και κάνεις ό,τι θέλεις» μου ‘πε, πιστεύοντας ότι η τρέλα θα εξανεμιστεί στο δρόμο.

Έτσι κι έγινε. Του το υποσχέθηκα και το ‘κανα. Στα 5 χρόνια, χωρίς να χάσω χρονιά δηλαδή, του έφερα το πτυχίο μου και μαζί με αυτό του ανακοίνωσα την απόφασή μου να μην ασχοληθώ ποτέ με αυτό. Το είχε καταλάβει, δεν έμαθα ποτέ αν το είχε αποδεχθεί μέσα του, αλλά στην πορεία νομίζω στήριξε πολλές φορές την απόφασή μου.

Στο μεταξύ είχαν μπει πολλοί νέοι άνθρωποι στη ζωή μου, από τους οποίους έμαθα πολλά.

Ο Δημήτρης Κωνσταντάρας, ο άνθρωπος που μου έδωσε την πρώτη μου δουλειά. Ο πρώτος μου διευθυντής. Με έμαθε πως πρέπει να είμαστε ταπεινοί και ευγενικοί με όλους και πως υπηρετούμε τον κόσμο και όχι τους εαυτούς μας.

Η Μένια Παπαδοπούλου μου έμαθε το πολιτικό ρεπορτάζ, πως στην είδηση πηγαίνουμε εμείς, δεν έρχεται από μόνη της. Και αν δεν ψάξουμε, αν δεν ρωτήσουμε και αν δεν «κουνήσουμε τον κώλο μας», όπως μου λεγε, τίτλος δε θα βγει.

Και αργότερα ο Σταμάτης Μαλέλης, που μου ‘μαθε να διαβάζω, να διαβάζω τα πάντα. «Διάβαζε ό,τι πέσει στα χέρια σου», μου λεγε. «Απόκτησε πληροφορίες ακόμα και αυτές που νομίζεις άχρηστες. Ακόμα και στην τουαλέτα, διάβαζε τις ετικέτες με τη σύνθεση του σαμπουάν, ποτέ δεν ξέρεις πότε και τι θα σου φανεί χρήσιμο. Αυτό είναι το όπλο σου. Η γνώση».

Σχολή δημοσιογραφίας δεν πήγα ποτέ, όπως καταλάβατε. Τη δουλειά την έμαθα από τα μέσα της και τους κανόνες ηθικής που την διέπουν τους δημιούργησα στην πορεία μόνος μου.

Δεν λέμε ποτέ ψέματα. Ακόμα και σκληρή, η δύναμη της αλήθειας είναι τεράστια. Δεν αλλάζουμε και δεν διαστρέφουμε ποτέ την είδηση και τα λεγόμενα κάποιου. Δεν είμαστε εμπαθείς. Μπορεί να μην γουστάρουμε κάποιον και να του «τα χώνουμε», αλλά θα του αναγνωρίσουμε το καλό όταν το κάνει.  Αφήνουμε έξω από όλο αυτό και προστατεύουμε τα παιδιά. Ποτέ δεν έχω χρησιμοποιήσει παιδιά σε εκπομπές μου. Είμαστε ανοιχτοί και προβάλλουμε ισότιμα κάθε είδους διαφορετικότητα.

Αν τα ‘χω σεβαστεί όλα αυτά; Μα φυσικά. Αν κάποιες φορές έχω ξεπεράσει όρια; Μα προφανώς. Σε 25 χρόνια δουλειάς πώς μπορεί να μην έχεις κάνει λάθη; Και μάλιστα αρκετά. Το θέμα είναι να μην υπάρχει σκοπιμότητα και δόλος πίσω απ όλα αυτά. Να μην στοχοποιείς και πυροβολείς ηθελημένα, ανθρώπους πίσω από τη φαινομενική δύναμη που σου δίνει η δουλειά αυτή.

Τον κανόνα που δεν σας είπα πριν και που στη πορεία ενέταξα στη καριέρα μου, είναι  η απόφαση που πήρα να διατυπώνω ελεύθερα και χωρίς τον φόβο του κόστους τη γνώμη μου και να ρωτώ τα πάντα. Αν αυτό γίνεται με σεβασμό, χωρίς προκατάληψη και χωρίς τον φόβο των συνεπειών που μπορεί να έχεις στην εικόνα σου, νομίζω ότι είναι η απόλυτη ελευθερία που μπορεί να βιώσει κανείς μέσα σ’ αυτή τη δουλειά.

Θα με ρωτήσετε τώρα γιατί τα γράφω αυτά.

Όλα αυτά τα χρόνια με έχουν πάρει πολλοί άνθρωποι για να μην σχολιάσω πράγματα που έχουν πει, πολλοί άλλοι για να αφαιρέσω απαντήσεις που έχουν δώσει σε συνεντεύξεις και στην πορεία το μετάνιωσαν. Επίσης πολλοί άλλοι πριν την συνέντευξη μου έχουν ζητήσει να μην θίξω συγκεκριμένα πράγματα και να μην κάνω συγκεκριμένες ερωτήσεις. Σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις το έχω σεβαστεί. Έχω κόψει ερωτήσεις, έχω πετάξει απαντήσεις και έχω σεβαστεί προσωπικές επιθυμίες. Επίσης δεν έχω δημοσιοποιήσει ποτέ τις πάμπολλες κακίες που έχει εκστομίσει κάποιος καλλιτέχνης για κάποιον άλλον σε ιδιωτική συζήτηση. Και πιστέψτε με, όλα αυτά τα χρόνια έχουν ακούσει τ’ αυτάκια μου πολλά.

Απορώ όμως, πώς είναι δυνατόν ηθοποιοί και τραγουδιστές να τα ρίχνουν στους «κακούς» και «κίτρινους» δημοσιογράφους, όταν οι δεύτεροι απλά σχολιάζουν ή μεταφέρουν αυτά που οι ίδιοι δημόσια έχουν εκφράσει; Πώς δηλαδή εξανίστανται όταν απλά ο δημοσιογράφος αναπαράγει τον δικό τους δημόσιο λόγο;

Ζούμε σε μικρή χώρα και ευτυχώς όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουμε. Και εντάξει, είναι απολύτως θεμιτό για τον καθένα να θέλει να παρουσιάσει την βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού του, αλλά από ‘κει μέχρι να ζητάμε ή και να απαιτούμε κατά παραγγελίαν «αγιογραφίες» απέχει πολύ.

Διαβάζω μόνο μερικούς από τους τίτλους της τελευταίας εβδομάδας. Κώστας εναντίον Μιμής. Μιχάλης εναντίον Γιώργου. Μανώλης εναντίον Γιώργου. Θεοφανία εναντίον Δημήτρη. Γιώργος εναντίον Μάρκου. Χρυσούλα εναντίον Αλέξη. Τριαντάφυλλος εναντίον Νατάσας. Είναι μόνο λίγα από τα «ξεκατινιάσματα».  Και όλα αυτά μόνο σε μια εβδομάδα. Φανταστείτε πόσα σε έναν χρόνο, σε πολλά χρόνια, μπροστά- και κυρίως – πίσω από τις κουίντες και τα φώτα.

Με αγάπη, λοιπόν, θα ήθελα να σκεφτούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι του πνεύματος και της κουλτούρας που λέγαμε και οι παλαιοί σοσιαλιστές- πριν κατηγορήσουν τους δημοσιογράφους που απλά κάνουν τη δουλειά τους- μήπως είναι αυτοί οι ίδιοι που πυροδοτούν όλο αυτό το γαϊτανάκι του «ξεκατινιάσματος».

Γιατί μπορεί ηθοποιός και εν γένει καλλιτέχνης να σημαίνει φως – που τραγούδησε και ο μέγιστος Χορν- όμως ο μεγάλος καλλιτέχνης οφείλει για να προβάλει το έργο του, να μη μιλά ο ίδιος και να αφήνει κυρίως εκείνο να μιλά γι’ αυτόν.

Διότι αλλιώς πολύ εύκολα μπορεί από αγαπημένος κριτικών και κοινού να γίνει πολύ απλά ένας Πολάκης της showbiz.