Δεν Κρίνω... / «Η Μύκονος πέθανε, ζήτω η Μύκονος!»

Ο Γιώργος Λιάγκας γράφει «άβολες» αλήθειες για το νησί που «όλα γίνονται εύκολα. Ναρκωτικά, βίζιτες, μπράβοι…»

Σε ερώτηση του μεγάλου γιου μου προχθές για το αν υπάρχει το γιγάντιο καλαμάρι «κράκεν» – που για κάποιους είναι αλήθεια και για κάποιους άλλους ένα μυθικό πλάσμα- σκέφθηκα προς στιγμήν μήπως η σωστή απάντηση ήταν «ναι, και βέβαια υπάρχει και σερβίρεται, τμήμα αυτού, σε πολύ γνωστό εστιατόριο της Μυκόνου», γιατί μόνο έτσι δικαιολογείται να πληρώσει κάποιος 100 ευρώ τη μερίδα για να το φάει.

Κάποτε λέγαμε για πλάκα «ξέρετε που έχει το… πουλί του ο αστακός;». Και η σωστή απάντηση ήταν… «στον λογαριασμό». Πολύ μεγαλύτερο πουλί τελικά αποδεικνύεται ότι έχει το καλαμάρι. Ε , θα μου πείτε και με το δίκιο σας, γιγάντιο είναι και αυτά τα πράγματα πάνε αναλογικά.

Έχω βαρεθεί κάθε χρόνο να διαβάζω σε άπειρα κείμενα πόσο ακριβή είναι η Μύκονος, πόσο απαράδεκτο είναι αυτό και πόσο ντροπή να πληρώνεις για ένα καφέ και ένα νερό 20 ευρώ, για ένα πακέτο τσιγάρα που στα φέρνει η ρεσεψιόν του ξενοδοχείου 25, για δυο ξαπλώστρες και μια ομπρέλα 200 ευρώ και για μια συγκεκριμένη σαμπάνια κάτι περισσότερο από 50.000.

Διαφωνώ πλήρως. Καλά κάνουνε και τα πληρώνουνε, αυτοί που τα πληρώνουνε, αφού υπάρχουν και είναι διατεθειμένοι να το κάνουν.

Πρέπει πια να καταλάβουμε ότι η Μύκονος δεν μπορεί να συγκριθεί με τα άλλα ελληνικά νησιά, αλλά με άλλους διεθνείς αντίστοιχους προορισμούς του τζετ σετ, όπως το Μονακό, το Σεν Τροπέ και η Σαρδηνία. Και επίσης θέλω να σας πω ότι φίλος μου Μυκονιάτης ξενοδόχος μου λεγε πέρσι πως το να χρεώνεις 1500 και 2000 το δωμάτιο το βράδυ με αυτή τη θέα, με αυτές τις παροχές και με αυτή την αισθητική και τις υπηρεσίες, είσαι και πολύ φθηνός σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Και μάλλον έτσι είναι.

Και δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις αισχροκέρδειας ή κλεψιάς, που και αυτά υπάρχουν και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις που ο επιχειρηματίας πουλάει την σαμπάνια 80.000, αφού βρίσκει πρόθυμη πελατεία να την περιλούσει πάνω σε κάποιους άλλους τις παρέας και όχι να την πιει, γιατί αυτό είναι πιο σικ, που όμως κόβει κανονική απόδειξη για το ποσό αυτό και το κράτος εισπράττει τον αντίστοιχο πολύ μεγάλο φόρο.

Γιατί για να ‘μαστε ειλικρινείς και για να λέμε και αλήθειες, που έλεγε παλαιότερα και ο Τσιαμτσίκας, η Μύκονος, παρά την κλεψιά και την υπερβολή, παραμένει κατά τους καλοκαιρινούς μήνες η βασικότερη πηγή εσόδων, αναλογικά πάντα, για το ελληνικό δημόσιο.

Αυτό λοιπόν που μας πειράζει, για να ‘μαστε ειλικρινείς, δεν είναι οι τιμές, οι υπερβολές και οι κακομαθενιές μια άλλης τάξης billionaires που έχουν κατακλύσει ο νησί. Είναι, κυρία μου, ότι εμείς οι Έλληνες δεν μπορούμε πλέον να ακολουθήσουμε αυτή την ξέφρενη κούρσα.

Την αποκλειστικότητα της Μακεδονίας την χάσαμε και με τη βούλα και τιμωρήσαμε τον Τσίπρα γι’ αυτό. Ε, πρέπει να αποδεχθούμε ότι έχουμε απολέσει και την ελληνικότητα της Μυκόνου, αφού το νησί ανήκει πια στον Έραβα, τον Τούρκο και τον Ρώσο που ήταν βέβαια διατεθειμένοι να πληρώσουν αδρά για να το κατακτήσουν. Και η αλήθεια είναι πως το κατάφεραν.

Ξέρεις τι μας πειράζει κυρία μου; Που ο πλούσιος ή και νεόπλουτος Έλληνας δεν μπορεί να κάνει πλέον την χλιδή του. Τι να σου πει δηλαδή ένας λογαριασμός 10.000 για μια παρέα που θα κάνει τη ζημιά και το λούσο της, όταν ο διπλανός μαυριδερός κοντόχοντρος κύριος θα κάνει τον 10πλάσιο; Δεν πα να είσαι ο Χλίδογλου με τ’ όνομα; Στη Μύκονο δε μετράς μία.

Αμ ,το άλλο; Παλιά ο Έλληνας τσελέμπριτι στις δυο φορές, θα πλήρωνε τη μία ή και την καμία. Τώρα, τι ανάγκη έχει το νησί τον Έλληνα διάσημο;  Φύρα του είναι και βάρος. Όταν θα ‘ρθεί ο σούπερ σταρ του Χόλιγουντ και οι πιο φημισμένοι αθλητές του κόσμου και θα τα σκάσουνε χοντρά, θα κεράσω εγώ τον Έλληνα ηθοποιό ή την ανερχόμενη σταρλετίτσα; Για κανένα λόγο. Ή μάλλον για έναν, αλλά ας μην ανοίξουμε κι άλλες «πληγές» σ’ αυτό το κείμενο…

Αυτό που μας πληγώνει πραγματικά, δεν είναι ο αφελληνισμός της Μυκόνου. Είναι που μας πήραν ένα κομμάτι των νεανικών χρόνων της ξεγνοιασιάς και της τρέλας μας. Που μας πήραν και χαίρονται άλλοι με αυτήν, την εφηβική «γκόμενα» των διακοπών μας. Που μας έκλεψαν το δικαίωμα στο όνειρο «θα δουλέψω  θα μαζέψω και θα πάω να τα γλεντήσω στη Μύκονο». Γιατί απλά τώρα όσα και να μαζέψεις, δε φθάνουν ούτε για το ένα πλοκάμι από το καλαμάρι του Πλατύ Γιαλού.

Ακόμα και οι πλούσιοι Έλληνες με τις μεγάλες βίλες, όσα και να ‘χουν, όταν παίρνουν και μάλιστα τα περισσότερα αδήλωτα, καμιά 200.000 το μήνα, τη νοικιάζουν τη βίλα τους και φεύγουν γι’ άλλες πολιτείες, πιο ταπεινές και εναλλακτικές. Ή, όπως έκανε τα τελευταία γνωστό ζευγάρι πολύ πετυχημένων Ελλήνων επιχειρηματιών, νοικιάζουν το σπίτι τους και μένουν σε ξενοδοχείο στο νησί. Είναι πολλά τα λεφτά Άρη, βλέπετε.

Είχα ξαναγράψει και παλαιότερα για αυτά. Και είχα τονίσει πόσο μ’ ενοχλεί αισθητικά ο ναργιλές και τα αραβικά ντανς κομμάτια που ακούγονται ολημερίς στις παραλίες. Γνωστός επιχειρηματίας είχε μάλιστα στείλει ανθρώπους να μου… «μιλήσουν» σχετικά για την ενόχλησή του. Τώρα πια δεν νομίζω να ενδιαφέρει  κανέναν να κρυφτεί.

Όλα γίνονται εύκολα, όμορφα, ανερυθρίαστα και σχεδόν φανερά. Ναρκωτικά, βίζιτες, μπράβοι. Αναπόσπαστο κομμάτι των διακοπών των λίγων εκλεκτών του πλανήτη, που επιλέγουν το Ασπρονήσι του Γαλάτη, για τις ιδιοτροπίες τους.

Και ο Έλληνας, κυρία μου, τι θα κάνει; Μην τον κλαις αυτόν, τη βρήκε ή θα την βρει την άκρη του.  Ήδη η Πάρος ξεφύτρωσε σαν έτοιμη από καιρό και ακολουθεί και η Τήνος, αλλά αυτά είναι άλλα κεφάλαια, που δεν θα τα θίξουμε σήμερα.

Πρέπει απλά να σκεφθεί ο Μυκονιάτης που κάθε χρόνο προσθέτει με μεγάλη ευκολία μερικά εκατομμύρια ευρώ στον λογαριασμό του, τι ακριβώς πρόκειται να κάνει, αν θέλει βέβαια, όταν αυτός ο πλούσιος Άραβας βαρεθεί την ξεραΐλα, τον ήλιο και το τυρκουάζ τον Κυκλάδων και αναζητήσει νέες πολιτείες, νέο στέκι για της παραξενιές του.

Και επειδή αυτό νομοτελειακά θα συμβεί, δεν ξέρω τότε αν θα μπορέσει να ξαναπείσει τον  Έλληνα που του έχει προσβάλλει το «εγώ» όλα αυτά τα χρόνια, πως το «κράκεν» – που το ‘χε στην κατάψυξη γιατί είναι και γιγάντιο και δεν τελειώνει με τίποτα πανάθεμα το!- αξίζει να το φάει, γιατί αυτή τη φορά θα του το χρεώσει όσο πραγματικά αξίζει.