Δεν Κρίνω... / «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει… Τα Ελληνόπουλα όμως;»

Ο Γιώργος Λιάγκας γράφει για τον πρωθυπουργό που φεύγει, τον πρωθυπουργό που έρχεται, και τους πραγματικούς «φταίχτες»

Τι σου είναι και αυτή η μέρα, ρε παιδάκι μου. Ξυπνάς με Τσίπρα και κοιμάσαι με Μητσοτάκη. Η μέρα που ο λαός, ο Έλληνας πολίτης έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι κυρίαρχος -το άλλο με τον Τοτό το καλύτερο- ότι παίρνει αποφάσεις για το μέλλον, το οποίο ο ίδιος ορίζει και άλλες τέτοιες αστικές μαλακίες, με τις οποίες γαλουχηθήκαμε, ανδρωθήκαμε και γίναμε έλλογα στρατιωτάκια ενός συστήματος, που το εξυπηρετεί απόλυτα να νομίζουμε ότι εμείς κάνουμε κουμάντο.

Ξυπνάμε, λοιπόν, και μεις σήμερα με ένα χαμόγελο σαν να είμαστε η Μαρέβα, που θα γίνει πρωθυπουργέσσα σε μερικές ώρες, ότι και καλά κάτι θα κάνουμε, ότι είναι η μέρα μας και ότι από το βράδυ θα αλλάξουν όλα.

Και αυτό για το οποίο απορώ είναι, ρε παιδάκι μου, ότι να ‘ταν η πρώτη ή η δεύτερη φορά, πάει στο διάολο. Μα τόσες φορές που πιστέψαμε, παθιαστήκαμε, εναποθέσαμε ελπίδες σε νέους σωτήρες και μετά απογοητευτήκαμε, δεν έχουμε μάθει τίποτα, δεν έχουμε πάρει το μάθημά μας;

Τιμωρούμε, λοιπόν, σήμερα τον Αλέξη, επειδή έτσι πρέπει, δεν είμαστε και σίγουροι γιατί ακριβώς, αλλά έτσι γίνεται συνήθως και επιλέγουμε τον νέο μας ηγέτη, τον Κυριάκο. Θα περάσουμε την περίοδο του έρωτα, που ό,τι και να κάνει, ό,τι και να πει όλα θα μας φαίνονται τέλεια και θα ‘μαστε περήφανοι για την επιλογή μας και μετά από δυο χρονάκια -τόσο το κόβω- θα αρχίσει η γκρίνια, η κριτική, η λογική της δεξιάς παρένθεσης,  του «δεν τα ξέραμε τώρα για τη δεξιά δεν αλλάζουνε αυτοί», λες και δεν ξέραμε τι θα γινόταν… και άλλα τέτοια άλλοθι που δίνουμε στο εαυτό μας, όταν τα όνειρά μας πάλι θα έχουν διαψευσθεί και οι ελπίδες μας θα έχουν γίνει στάχτες στο Αιγαίο, κάπου εκεί ανάμεσα στην Τήνο και την Κρήτη, που διατηρεί τα εξοχικά του ο νέος μας πρωθυπουργός.

Διότι, κυρία μου -αλήθεια τώρα- δε φταίει ούτε ο Αλέξης, ούτε ο Κούλης, ούτε οι προκάτοχοί τους. Είναι η ρουφιάνα η φύση τούτου εδώ του λαού. Εμείς οι ίδιοι φταίμε, γιατί και αυτοί που επιλέγουμε, ένας από εμάς είναι. Δες, κυρία μου, τους αντιπροσώπους μας. Αν αυτοί είναι οι καλύτεροι 300 του έθνους, να γιατί τα πράγματα δεν πρόκειται να πάνε ποτέ πολύ καλύτερα, απ’ ό,τι η αδράνεια της εξέλιξης της ζωής νομοτελειακά τα προχωράει.

Οι προθέσεις σαφώς υπάρχουν. Δε νομίζω να έχει υπάρξει Έλληνας πρωθυπουργός που να μη έχει ξεκινήσει με όνειρα ότι θα τα αλλάξει όλα. Κι ύστερα μια μέρα ήρθαν οι μέλισσες και μαζί με τις μέλισσες και η ωμή πραγματικότητα ότι σε αυτή τη χώρα δύσκολα τα πράγματα αλλάζουν.

Διότι όσο καλός και να ‘ναι ο νομοθέτης, τον νόμο θα κληθεί να τον εφαρμόσει ο πολίτης και αυτός, κυρία μου, σε αυτήν εδώ τη χώρα δεν είναι και ο καλύτερος.

Αυτά για τα οποία βρίζουμε τους πολιτικούς μας -αφού στην αρχή τους έχουμε δοξάσει- είναι ακριβώς αυτά, για τα οποία θα έπρεπε να βρίζουμε κάθε μέρα κοιτώντας το είδωλό μας στον καθρέφτη.

Λίγο μάγκες, λίγο εξυπνάκηδες, λίγο μορφωμένοι, λίγο εργατικοί, λίγο πονηροί, λίγο ψεύτες, λίγο απαντεωνίσκοι, λίγο εαυτούληδες, λίγο δήθεν…. Όλα από λίγο. Αυτό είναι το κακό. Τίποτα στο πολύ του. Τίποτα να μας εμπνεύσει και να αλλάξει το προκαθορισμένο ωχαδερφικό DNA αυτής εδώ της φυλής. Πολύ μπλα μπλα και από ουσία τίποτα, στη χώρα που γέννησε μεν τη δημοκρατία και τους κανόνες ισονομίας, ισοπολιτείας και σεβασμού του ενός στον άλλον, στην ίδια χώρα όμως που λόγω των κάτοικων της δεν θα πρέπει να είναι υπερήφανη για τον τρόπο που εφαρμόστηκε κι εφαρμόζεται αυτή η δημοκρατία.

Είμαστε η μόνη χώρα του δυτικού προηγμένου κόσμου που δεν καταφέραμε πότε να εφαρμόσουμε τον αντικαπνιστικό νόμο. Εμείς οι Ελληναράδες. Και όχι γιατί δεν μπορούμε, κυρία μου – διότι όταν πάμε στα εξωτερικά μια χαρά σεβόμαστε και καμαρώνουμε που για να ξεχαρμανιάσουμε βγαίνουμε έξω από τα μαγαζιά. Εδώ, στη χώρα μας, εδώ η δημοκρατική μας ευαισθησία, κυρία μου, μας επιβάλλει σχεδόν να φουμάρουμε πάνω στο πρόσωπο του άλλου την ώρα που τρώει την μπριζόλα του στην ταβέρνα.

Διότι εδώ, κυρία μου, είναι Ελλάδα, δεν είναι παίξε γέλασε. Και γιατί εδώ κανένας Κούλης, όπως και κανένας Αλέξης δε θα πει σε μας τους ειδικούς, που τα ξέρουμε όλα και μάλιστα καλύτερα από όλους, τι ακριβώς θα κάνουμε στη ζωή μας. Απλά είναι και αυτοί το παιχνιδάκι μας. Το άλλοθί μας. Τους αλλάζουμε όχι γιατί συνήθως αυτοί δεν είναι καλοί. Αλλά γιατί απλά δεν μπορούμε να αλλάξουμε τους πραγματικούς φταίχτες. Τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Γιατί αυτός είναι ο Έλληνας, κυρία μου. Για όλα φταίνε μονίμως οι άλλοι και ποτέ αυτός. Ο ίδιος του ο εαυτός. Γι’ αυτό φεύγει τώρα ο Τσίπρας, γι’ αυτό θα φύγει μετά από χρόνια ο Μητσοτάκης.

Δε φταίνε αυτοί. Ή για να είμαι ακριβής, δεν φταίνε μόνο αυτοί. Είναι η τάξη των πραγμάτων. Είναι το άλλοθι, το φύλλο συκής για την ντροπή που εμείς θα πρεπε να αισθανόμαστε για την νοοτροπία μας που κατατρώγει τη φυλή μας.

Σε μερικές ώρες από τώρα ο Τσίπρας απαλλάσσεται -νομίζω το επιθυμεί ακόμα και ο ίδιος- και αναλαμβάνει ο Κυριάκος. Ο ένας θα μπορεί πια χωρίς ενδοιασμό να πάρει το σκάφος της κυρίας Παναγοπούλου και να κάνει τις πιο ωραίες, απροβλημάτιστες και ξεκούραστες διακοπές της ζωής του και να ταράξει τα ψάρια του Αιγαίου και του Ιονίου με το ψαροντούφεκό του και ο άλλος να μπει στον μανδύα που ο ρόλος του πρωθυπουργού θα του επιβάλλει.

Μακάρι για το καλό όλων μας, άσχετα με το τι ψηφίσουμε σήμερα, αυτός να καταφέρει να είναι λίγο καλύτερος, να σταθεί λίγο ψηλότερα. Όχι ως προς τις προθέσεις του, που σίγουρα είναι αγαθές και ειλικρινείς. Αλλά ως προς την τύχη του να μας βρει λίγο πιο έτοιμους αυτή τη φορά να αλλάξουμε εμείς κάτι στη νοοτροπία μας.

Φοράω το μαγιό μου, ένα ωραίο t-shirt με έναν καρχαρία πάνω και τις σαγιονάρες μου. Πάω για το μπάνιο μου. Θα κάνω μια στάση και από το Δημοτικό της Βουλιαγμένης. Θα πάω να ψηφίσω πριν πάω να βουτήξω. Όχι γιατί πιστεύω ότι θα αλλάξει κάτι. Εξάλλου το δεύτερο το θεωρώ πιο αποτελεσματικό ως πράξη, αλλά να δε θέλω να λέω αργότερα ότι απείχα. Δε θέλω να μου δώσω αυτό το ελαφρυντικό.

Καλό μπάνιο λοιπόν, κυρία μου, και καλό βόλι. Και μην ξεχνάς: Ό,τι και να γίνει, μην πολυσκάς, γιατί αυτή η τυχερή χώρα, με έναν μαγικό τρόπο, πάντα καταφέρνει να τη σκαπουλάρει από τη μεγάλη στραβή στο παρά τσακ.

Γι’ αυτό και ως γνωστόν η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Για τα Ελληνόπουλα; Εκεί διατηρώ τις αμφιβολίες μου…